Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Κάτι από πάνω του τού έλειπε



Σίγουρος δεν ήταν. Ένιωθε, όμως, πως κάτι από πάνω του τού έλειπε. Κάμποσα απ’ τα ρούχα που φόραγε έβγαλε, το σώμα άρχισε να ψηλαφίζει, το δέρμα, τα δάχτυλα, το κεφάλι, τα πρησμένα του γόνατα. Τις παλιές ουλές, που ούτε θυμόταν πια από τι είχαν γίνει, άγγιζε μία-μία. Με κόρες διεσταλμένες, μ’ επιθέσεις απανωτές και κινήσεις άξεστες άνοιγε ντουλάπια, συρτάρια κλειδωμένα, βαλίτσες-αποκαΐδια από μέρες ζεστές, από  τότε που άλλαζε τραίνα, σταθμούς, ταξίδια. Αγωνίας κλωστές κρέμονται απ’ το μέτωπο. Στην τυφλή του ανίχνευση γεύσεις στυφές το στόμα του γέμιζαν, τα χέρια έτρεμαν, τρεμούλιαζαν τα από λιμνασμένο αίμα πόδια. Έπιανε ό,τι μπροστά του βρισκόταν. Στάχτες, ομίχλες, χώμα, κόκαλα, ρούχα σαπισμένα. Ύστερα όλα τα έκλεινε. Έπειτα πάλι, άρχιζε μανιωδώς απ’ την αρχή να ψάχνει.
Δε βρήκε τι. Κι όμως! Ήταν σίγουρος πως κάτι από πάνω του τού έλειπε! Έκλεισε παράθυρα και πόρτα κι έτσι μισόγυμνος βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να ψάχνει έξω, στων κυνών την πόλη, μετά μανίας.






1 σχόλιο :