Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Μονάχα λίγο χρόνο



Η ζωή της εύθραυστη, αλλόκοτη. Η ζωή της στην κόψη του ξυραφιού. Ξυλεύονταν τα δίχως χυμούς κλαδιά της. Ροδάνθιζαν μα έπεφταν οι μέρες της στο χώμα.

Την προδιαγεγραμμένη αποστρέφεται του σώματος πορεία, την αναπότρεπτη του χρόνου διαδρομή. Δεν είναι που την εικόνα απεχθάνεται.  Είναι τη φθορά κι ανημποριά που τρέμει. Σώματος και μυαλού. Τις επισκέψεις στους γιατρούς, τις διαγνώσεις, τις οδηγίες τις ιατρικές - τα όχι και τα μη φοβάται.

Την πολυτέλεια, στην ηλικία που τώρα είναι, έχει να σκύψει στις ανάγκες και τα θέλω της. Τώρα που απομακρύνθηκε η νιότη της η πρώτη, μα και που μια δεύτερη εμπρός της ξεπροβάλλει. Αν της έλεγαν πως θα πεθάνει, κρύος ιδρώτας θα την έκοβε. Όχι απ' του θανάτου το φόβο, μα από της ζωής την απουσία. Έστω και τώρα να ζήσει θέλει. Μακάρι να είχε χρόνο! Αυτό ζητούσε. Μονάχα λίγο χρόνο. Τώρα που έμαθε του χορού τα βήματα να μη μπορούσε να χορέψει άδικο θα ήταν. Μονάχα λίγο χρόνο και βήματα χορευτικά στη μεγάλη της ζωής τη σάλα ζητούσε.

Μονάχα λίγο χρόνο.






Σάββατο, 4 Ιουλίου 2020

Ταξίδια


Στους βαθύκολπους χάρτες σου
εγώ η ανονείρευτη
ταξίδεψα πολύ
έτσι
ιχνογραφώντας βήματα
σε τόπους ανεξήλιους
στα μάτια σου






Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Της πίκρας το τοπίο


Θα πεθάνω από καρκίνο του σπονδυλικού καημού
από κάποια κύτταρα που ξαφνικά θα σαπίσουν
ένα βράδυ ηδονικό ξέφρενα ζεστό και μυρωμένο
από δαγκώματα εκατό ίσως και χίλια
πόδια κι αυτιά απ' αρουραίους γλυκά φαγωμένα
ο ουρανός πριν το ξημέρωμα θα πέσει επάνω μου
κατακρεουργημένος από φονιάδες αδίσταχτους
θα πεθάνω σε έκρηξη που το μυαλό θα τρυπήσει
αγνοώντας πως χρόνους πολλούς κάθε μέρα πεθαίνω
σε φυλακές εγκλωβισμένη σε συντρίμμια λυπημένα
κυκλωμένη απ' τη μουντάδα του παμφάγου καιρού
με σώμα φαγωμένο από τρωκτικά λιμασμένα
που αδηφάγα κι ανελέητα σάρκες καταπίνουν

θα πεθάνω ντυμένη στα μαύρα ή στα κόκκινα
θα πεθάνω μ' άκοπα των ποδιών μου τα νύχια
με γεμάτα δάκρυα των χεριών τις παλάμες
με μάτια ξεριζωμένα από φεγγάρι-τιμωρό
και των ανέμων κουβέντες μοχθηρές

θα πεθάνω και μπροστά μου δίχως έλεος
θα σκοτώνουν παιδιά μανάδες κι άντρες
μ' έκπληκτα πρόσωπα κι ωχρά
διπλούς και τριπλούς λάκκους θα σκάβουν
με χέρια δεμένα μέσα σε ποτάμι ορμητικό
μέσα σε φωτιά με πόδια παγωμένα θα πεθάνω

- τότε που όλα θα έχουν τελειώσει
ένας ήλιος σκληρός σαν μάτι κυκλώπειο
αυτό της πίκρας το τοπίο θα φωτίσει -








Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

Ο θάνατος χθες βράδυ


Χθες βράδυ τα μεσάνυχτα
πλησίασε το σπίτι μου ο θάνατος

απ’ το παράθυρο με μάτια ήρεμα
τον έβλεπα να τριγυρνά απ’ έξω
γύριζε και παράσταινε το φίλο
γύριζε και παράσταινε τον έρωτα

ξεμάκραινε για λίγο και χανότανε
απελπισμένος ύστερα επέστρεφε
στο τέλος πολύ αγρίεψε ο θάνατος
άρχισε σαν λύκος να ουρλιάζει
με μάτια και νύχια ολοπόρφυρα
φούσκωσε το μαύρο του το στήθος
άρχισε να μιλάει ακατάπαυτα
έκανε σα δαιμονισμένος

τότε είναι που τον πλησίασα
τον πήρα αγκαλιά και του ψιθύρισα:
δεν είχες τύχη σήμερα
σα θα ξανάρθεις αύριο ποιος ξέρει