Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Ματαιώσεις


Έλεγα πως ένα βράδυ θα φύγω
έλεγα πως πρέπει να κάνω κάτι
σήμερα οπωσδήποτε θα κάνω κάτι

πέρασαν χρόνοι και καιροί
κάθε που ξημερώνει το ίδιο πάντα λέω
σήμερα εξάπαντος θα φύγω

κάθε που βραδιάζει
αύριο, λέω, αύριο





Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Κάτι από πάνω του τού έλειπε



Σίγουρος δεν ήταν. Ένιωθε, όμως, πως κάτι από πάνω του τού έλειπε. Κάμποσα απ’ τα ρούχα που φόραγε έβγαλε, το σώμα άρχισε να ψηλαφίζει, το δέρμα, τα δάχτυλα, το κεφάλι, τα πρησμένα του γόνατα. Τις παλιές ουλές, που ούτε θυμόταν πια από τι είχαν γίνει, άγγιζε μία-μία. Με κόρες διεσταλμένες, μ’ επιθέσεις απανωτές και κινήσεις άξεστες άνοιγε ντουλάπια, συρτάρια κλειδωμένα, βαλίτσες-αποκαΐδια από μέρες ζεστές, από  τότε που άλλαζε τραίνα, σταθμούς, ταξίδια. Αγωνίας κλωστές κρέμονται απ’ το μέτωπο. Στην τυφλή του ανίχνευση γεύσεις στυφές το στόμα του γέμιζαν, τα χέρια έτρεμαν, τρεμούλιαζαν τα από λιμνασμένο αίμα πόδια. Έπιανε ό,τι μπροστά του βρισκόταν. Στάχτες, ομίχλες, χώμα, κόκαλα, ρούχα σαπισμένα. Ύστερα όλα τα έκλεινε. Έπειτα πάλι, άρχιζε μανιωδώς απ’ την αρχή να ψάχνει.
Δε βρήκε τι. Κι όμως! Ήταν σίγουρος πως κάτι από πάνω του τού έλειπε! Έκλεισε παράθυρα και πόρτα κι έτσι μισόγυμνος βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να ψάχνει έξω, στων κυνών την πόλη, μετά μανίας.






Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Στα σφαγεία του κόσμου


Τσακάλια και θηρία επτακέφαλα
σάρκες μυρίζουν κι αίμα ανθρώπων
που ως κρέας ωμό απ’ τα τσιγκέλια
κρέμονται στου κόσμου τα σφαγεία
πλαταγίζει ηδονικά των θηρίων η γλώσσα
ήδη το αίμα στο στόμα τους γεύονται
ορέγονται τα δόντια τους τα κοφτερά
άδειες κοιλιές καρδιές ψυχορραγούσες
των σπιτιών οι πόρτες ήδη πενθούν
με πανιά μαύρα σκεπάζονται οι καθρέφτες
σε σι ύφεση ελάσσονα εμβατήριο πένθιμο,
δίχως θρήνο και κλάματα ως το έθιμο απαιτεί,
παιανίζει η μπάντα στους δρόμους της πόλης


λίγο πιο πέρα σκοτάδι βαθύ
τους επιζώντες γλυκά υπνωτίζει






Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Το βάρος της ύπαρξης



Να σε κοιτώ στα μάτια θέλω
απ’ τις κλειστές κουρτίνες πίσω
δακρύζοντας για τα πουλάκια που λείπουν
για τα μισοφαγωμένα κλαράκια πυρκαγιάς

μια υποψία ζούγκλας στο σώμα σου ζωγράφισα
καρφωμένη στις κουκκίδες των ματιών σου
πύλες αρχέγονες ανοίγουν και εισχωρώ
αναίσχυντη γυμνή κι αθώα
διψάω και ποτίζομαι στις ρίζες του κορμού σου

μη μου λυγίσεις μη μου σπάσεις μην καείς
της ύπαρξής μας άντεξε το βάρος