Φως βλάσταινε
καθάριο φως στα μάτια της
π’ αφειδώλευτα το σκόρπαγε
κατέβαινε ο ουρανός
μέσα τους ξεκουράζονταν
απ’ του χρόνου τον κάματο
Φως βλάσταινε
καθάριο φως στα μάτια της
π’ αφειδώλευτα το σκόρπαγε
κατέβαινε ο ουρανός
μέσα τους ξεκουράζονταν
απ’ του χρόνου τον κάματο
Κάθε φορά που η νύχτα μάς αγιάζειορκίζεσαι μέσα μου να κολυμπάςνα γλιστράς στους βαθύτερους πόθουςστου έρωτα τους μυστικούς κρίνους
Τώρα που πέθανα μ’ αγαπάτε όλοι
πως ήμουν φωτιά νερό κι αέρας
λέτε
πως το γέλιο το κλάμα μου
θάλασσα
πως ήταν τα μάτια μου φεγγάρι
και ήλιος
πως μ’ αίμα έγραφα τον κάθε
στίχο
πως καταπραϋντική τέχνη κατείχα
άνθρωπος πως ήμουνα σοφός
αγωνιστής γεμάτος καλοσύνη
τώρα
που πέθανα για μένα όλοι μιλάτε
φίλοι-κοράκια ανενδοίαστα
τα κομμάτια μου μοιράζετε
"τον ήξερα καλά" λέτε
"τον θαύμαζα πολύ"
τώρα
ως πρέπει
σιωπούν οι ελάχιστοι δικοί
τότε
που ζούσα ω! κάλπικοι υποκριτές
στον απέραντο επιπλέοντας
τον λαμπερό σας βόθρο
λυσσαλέα την ύπαρξή μου
είχατε όλοι απαρνηθεί
Το πλήθος δεν ήταν ποτέ
για τ' όμορφα πλάσματα
τα από χώμα πλασμένα
κι αυτό από μόνο του
ήταν γι' αυτά μια νίκη!
Επιστρέφουν στου
εγκλήματος τον τόπο
αίμα ζητάνε παίρνουν εκδίκηση
τον άτολμο καταδικάζουν
στων ποινών την εσχάτη
τ' απωθημένα εαυτούς και αλλήλους
και πάσαν την ζωήν παιδεύουσι