Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

Τα τιμαλφή



Των φύλλων την ανάσα άκουγε με το σουγιά στο στόμα, δια ενδεχόμενο παν τους καθ' οιονδήποτε τρόπο σφετεριστές ν' αποτρέψει. Βιαστικά σφάλιζε τα παράθυρα, την πόρτα κλείδωνε, άφηνε από πίσω τα κλειδιά. Στην πολυθρόνα ακίνητη καθόταν. Κάτι ανησυχητικά ραγδαίο ή και τρομακτικά ακαθόριστο όλη τη ζωτικότητα από πάνω της ρουφούσε. Όλοι οι δικοί της ως απόντες πια, φωτογραφίες ασπρόμαυρες στο κουτί με τα τιμαλφή ήταν φυλαγμένοι. Θησαυρός της μοναδικός˙ άλλο πολύτιμο στη ζωή, δεν είχε.

Το πρόσωπό της κύμα θλίψης κι απώλειας. Της ζωής τα γεγονότα μεγάλωναν μέσα της, τόσο που πια δεν τα χωρούσε. Με την παραμικρή κίνηση ένα κομμάτι ολόκληρο της εύθραυστης κατασκευής της κατέρρεε. Απ’ το κρανίο της βγαίναν ταμπούρλα, σάλπιγγες, φλάουτα, κορνέτες, τούμπες. Οι ήχοι φτεροκοπούσαν με κραυγές φοβικές δίνοντας τρόμου κονσέρτο. Άγγιζαν οι νότες πατώματα και τοίχους, τα αποτρόπαια έρρεαν στις φλέβες, βασάνιζαν την ήδη ταλαιπωρημένη της ψυχή. Έτρεμαν τα δόντια στους ήχους τους τρομακτικούς, τα μάτια τα βουβά πέφταν στο πάτωμα, σα δαρμένα σκυλιά για λίγο χάδι εκλιπαρούσαν.

Στον ύπνο της χθες βράδυ πατέρα και μητέρα κι αδερφό είδε˙ τους είδε σκεπασμένους με ξηράς αχλύος σεντόνι. Το πρωί κείτονταν στο πάτωμα, σφιχτά στην αγκαλιά το κουτί της κρατώντας με τα τιμαλφή, κουφάρι παγωμένο.

Έφυγε˙ στον ύπνο χτυπημένη, μάλλον, από δυστυχία μοναξιάς˙
                     μονήρης πάλιν, πάντα τής έσχατης παραφοράς.




"εύσαρκο κάτι σαν φως"




Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Η συγκατοίκηση



Απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο στο σπίτι μπήκε, αυτο­στιγμεί δικαίωμα απέκτησε χρησικτησίας. Με τον καιρό εκούσια έγινε αυτή η συγκατοίκηση. Το γέρικο φίδι το σοφό, το γεννημένο από σπέρμα θεών και δαιμόνων –που των ανθρώπων το πεπρωμένο ορίζουν– μαζί της καθότανε αλλόκοτος συνδαιτυμόνας μα ωστόσο ευπρόσ­δεκτος γι’ αυτήν απολύτως, ευγνωμοσύνη τα πιάτα μο­σκοβολούσαν στο τραπέζι.

Το φίδι το σοφό και γέρικο δάγκωνε την ουρά του, λύκους και πρόβατα και μήλ’ αμάσητα κατάπινε, λυδίες λίθους έπαιζε και μνήμες, μιας θημωνιάς πια μακρινής άκουγε το ύστατο τραγούδι, μιας καρτερίας υπόλευκης τους στρογγυλούς θερίζει τους καρπούς. Εκείνη, η εκ φωτός υπέρλαμπρου στεφανωμένη κόρη, αναστηλωμένα έβλεπεν οράματ’ ακριβά, σβόλους χώματος εύφορου στα δάχτυλά της έτριβε, με το ξυράφι της ακόνιζε της ειμαρ­μένης τα μολύβια, στα δύο το φεγγάρι έκοβε μ’ ατσάλινο μαχαίρι, το ένα του μισό λαίμαργα το κατάπινε, τ’ άλλο μισό στην άκρη τραπεζιού το άφηνε, προσφάι.

Εκείνες της συγκατοίκησης τις μέρες στα ρολόγια του κόσμου ανορθόδοξα κυλούσανε οι ώρες, κλαγγή καπνών σκέπαζε τις στέγες των σπιτιών, τους δρόμους τους βρώ­μικους

μια δυνατή σέπαλων ξέπλενε βροχή.








Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Η Διονυσία



Η Διονυσία άφηνε μονάχα μια χαραμάδα ανοιχτή συρρίζοντος ανέμου από ψυχές έρπουσες πίσω από στάχυα αθέριστα. Τα παράθυρα όλα μόλις σουρούπωνε, ερμητικά τα έκλεινε. Τις σκιές έτρεμε. Από αυτά που τις ενσπείρουν πιο πολύ τις σκιές φοβότανε, δεν άνοιγε ποτέ των δωματίων το φως. Ένα-ένα προσεχτικά τα πολυφόρετα ρούχα σε καρέκλα βόλευε, σε γύμνια έμενε ενδόμυχη. Εγκαλούμενες τις νύχτες στο χορταριασμένο της σπίτι οι Μαινάδες κατέφθαναν˙ με χορούς μανικούς, με κραυγές ή τραγούδια. Ξετύλιγαν τα αιματοφέροντα σπάργανα το υπογάστριο αφήνοντας έκθετο, οι μετά τυμπάνων και κυμβάλων καταφθάνουσες Μαινάδες, οι φέρουσες κισσού και σμίλακος στεφάνια. Την επέψαυαν, στα χέρια την κρατούσαν, τη θήλαζαν. Ζώο άγριο, κι αχόρταγο από γέννα, με ψυχή κομμένη άτσαλα από σφαγέα μαχαίρι, των εκδορέων παραγγελία η ψυχή της. Στου σαλονιού τη μέση βλάσταινε ένα δέντρο. Στο σώμα της γύρω τα κλαδιά του τις ώρες ακανθώδεις τυλίγονταν˙ τα κλαδιά του τις νύχτες αγκαλιά τρυφερή και πολύτιμη. Στο χωμάτινο πάτωμα παντού φυτρωμένα λουλούδια, το πάτωμα γεμάτο ξέφωτα και πλαγιές. Αγριοτριανταφυλλιές, μαργαρίτες, ασφόδελοι, παιώνιες, τα δάκρυα τα μαύρα γεννήτορες σπουδαίοι και παρήγοροι. Χορτασμένη πλέον από το γάλα των Μαινάδων, στα πολύχρωμα πέταλα επάνω ξάπλωνε, ρυάκια οδύνης κι ηδονής στο σώμα της έρρεαν. Έτσι ξαπλωμένη, διάπλατα τα πόδια της άνοιγε. Σπλάχνα μωβ, γίγαντες κυανοί, φλόγες βαθιές και κόκκινες, φύλλα σαπισμένα απ’ την κυοφορούσα μήτρα γεννούσε. Τα γεννήματα βοριάς τα σκόρπαγε, παντού, στους τοίχους τα κόλλαγε πάνω. Το σπίτι της αντάρα και φωτιά, φυσούσε ένας αέρας που το τσάκιζε, οι κοφτές της ανάσες βοριάδες παγωμένοι. Κοκάλωνε τότε, έτρεμε, κουβάρι ξυλιασμένο άπλωνε τα χέρια ― δύσκαμπτα, με περίσσια φροντίδα τυλίγονταν, στα σπάργανά της κατέφευγε ξανά. Αύριο. Αύριο, έλεγε, ίσως δεν έρθει αύριο ο βοριάς.

                                                                                                                           "εύσαρκο κάτι σαν φως"




Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Ας έμενες εδώ


Παράθυρο κλειστό. Δωμάτιο άδειο. Σπίτι βουβό. Η τελευταία υποταγή. Η τελευταία σου ήττα. Φως ψυχρό. Ανελέητο ψυχρό φως. Σιωπή και πόνος. Πικρός και κόκκινος. Λουλούδια μαύρα τα χέρια τα ξεριζωμένα. Κομμένα άπραγα χέρια. Πόνος-βαθιά σιωπή. Παχύρρευστη βαθιά σιωπή. Μαύρα παχύρρευστα νερά. Γέμισαν το πάτωμα. Τα χαλιά σκέπασαν. Βούλιαξαν τα πόδια. Σε μαύρα παχύρρευστα νερά. Τα πόδια. Τα μάτια. Η ψυχή. Βούλιαξαν. Ας έμενες εδώ. Μπαμπά, εδώ ας έμενες. Στο κρεβάτι ακίνητος. Έστω. Κι ας ανέβαζα τα κάγκελα μην πέσεις. Κι ας σκούπιζα απ’ τα σάλια σου το στόμα, από το αίμα τα γδαρμένα μάγουλα. Εγωισμό τόσον, δεν ήξερα πως είχα. Ας έμενες εδώ μπαμπά. Δεν τ’ άντεχα, μα κι έτσι δεν τ’ αντέχω. Άδειο δωμάτιο νυχτόημερα. Άδειο κι εγώ άσκοπα γυρνώ στο δίχως λέξεις σπίτι.

Δραπέτευσες. Έφυγες συ κι εγώ φοβάμαι. Πού είσαι; Πού είσαι και πια δε μου μιλάς; Των παραθύρων τζάμια με τα δάκρυα πλένω. Σκουπίζω τ’ άπραγα με φόβο χέρια. Θανατερές οι νύχτες. Μέρες θολές. Φάρμακα που μυρίζουνε. Και φόβους. Κι ενοχές. Φταίω. Που δεν πρόλαβα να σε κρατήσω, φταίω. Που δεν έκλαψα. Που δεν πρόλαβα να κλάψω. Φταίω. Στάζει το δέρμα ενοχές. Δέρμα σαν μολυσμένο. Δεν θα υπάρχει επιστροφή. Δεν, όλο δεν υπάρχει επιστροφή. Υπάρχει; Δεν; Σχεδόν. Ευθεία μια γραμμή. Το μυαλό. Η ζωή. Το κρεβάτι σου. Μια ευθεία γραμμή. Κατάρρευση. Σχεδόν. Δε μπορώ να σκεφτώ. Δεν μπορώ τη σιωπή. Δεν μπορώ. Σιωπή. Βαθιά παχύρρευστη σιωπή. Δεν μπορώ. Σχεδόν. Σαν να ‘μενες. Εδώ;

"εύσαρκο κάτι σαν φως"