Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Πορτρέτο



Κολυμπώ στο σύμπαν
σε μια θάλασσα
μνήμης χαλκέντερης
κυκλικώς πορευόμενη
σώματος ψυχής
ελεύθερης βούλησης
αιώνια οδοιπόρος

ιχνεύω
το πορτρέτο σου
το απειροεύμορφό σου
σ’ έναν κόσμο
θαυμαστά αόριστο
τον χαμένο χρόνο
αναζητώντας

υφαίνω παλίμψηστο
σύμπαν μωσαϊκό
πλεόντων σωμάτων και ασωμάτων

θρέφω με χιόνι λησμονιάς
βράχους απόξερους
βλέμματα άδεια

σώμα φέρουσα άμωμο
κρεβάτι άδειο νυμφεύομαι
σκεπάζουν σεντόνια ακάνθινα
την αμμώδη μου
την έρημή μου νύχτα






Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Παρεξήγηση







Ξαφνικά μας είπανε
πως τρεις ταύροι αφηνιασμένοι
στην αίθουσα μπήκαν του χορού
έσβησαν ευθύς τα λαμπερά τα φώτα
παρίσταναν οι άντρες τους γενναίους
υστερικά οι κυρίες ούρλιαζαν
έσπασαν της χαράς τα ποτήρια
κρυστάλλινες γίνηκαν σταγόνες
στο σκοτάδι μέσα και τον πανικό
κάποιος πυροβόλησε το φόβο στο κεφάλι

στην αίθουσα τη μεγάλη σαν άναψε το φως
έλαμπαν τα ποτήρια μεγαλόπρεπα κι άθικτα
αναίμακτο γυάλιζε του χορού το πάτωμα
γυναίκες κι άντρες μ’ ανακούφιση στέναζαν
ως δια μαγείας πέρασε ετούτο το κακό

στην κορφή ενός βουνού τρεις ταύροι
πέτρες και χώμα με το αίμα τους πότιζαν
κοιτάζοντας αδιάφορα την καταιγίδα που ξεσπούσε 







Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Ποτέ ξανά!


Εικόνες έρχονται. Απάνθρωπες. Μετέωρες στα μάτια μένουν. Ύστερα σωριάζονται με γδούπο στα πλακάκια. Πυκνώνει επικίνδυνα ο αέρας. Σφίγγει το κεφάλι της μια μέγγενη. Πήζουν του μυαλού τα διάκενα. Βουτά στα βάθη ασάλευτη. Φτάνει ως το βυθό. Βίαια ύστερα αναδύεται. Τότε απροειδοποίητα τη χτυπά των δυτών η νόσος. Φυσαλίδες αζώτου. Αποφράσσονται τα αιμοφόρα αγγεία. Γίνεται το σώμα άκαμπτο. Πονάνε οι αρθρώσεις. Αφόρητα πονάνε. Παραλύει. Όπως τότε που η απόληξη του χεριού μαχαίρι του δήμιου ήτανε. Όπως τότε που η απόληξη εκείνου του χεριού μαλλιά ξεριζωμένα. Με τρόμο κι οδύνη το χέρι της σηκώνει. Σκουπίζεται. Όπως τότε που το πρόσωπό της μουσκεμένο με σάλιο απεχθές. Όπως τότε που πάνω του μπλε κίτρινη μαβιά φτύνανε χολή.

Ουρλιάζει μέσα της. Έξω σιωπηλή. Ο απροσμέτρητος φόβος σφραγίζει το στόμα. Κλείνει τ’ αυτιά της. Τ’ αυτιά που λέξεις τα τρυπούν απάνθρωπες. Όπως τότε που το στόμα σκισμένο. Όπως τότε που δόντια, μύτη, χείλη, μάτια αίμα στάζανε. Όπως τότε που σε κομμένες φλέβες ρέανε απελπισίας οροί.

Σωριάζεται στο πάτωμα. Ένα μικρό κουβαράκι απροστάτευτο. Κείτεται εκεί λιπόθυμη. Σαν τα ρουθούνια δυσωδία εισπνέουν, εκείνη ανακάμπτει. Της ζωής της η δηλητηριώδης διάχυση, αυτός ο δικός της αιθέρας την ξυπνά. Μόνη της, ύστερα απ’ ώρα πολύ, σηκώνεται. Σέρνει τα βήματά της ως το μπάνιο. Ρίχνει ανήλεα τα μάτια στον καθρέφτη. Τρομάζει. Λυγίζει. Θυμώνει. Με λύσσα μεγάλη πρόσωπο χέρια σώμα μυαλό μνήμη ξεπλένει. Να γίνει πεντακάθαρη θέλει. Για πάντα ν' απαλλαγεί απ' το όνειδος τούτο. Τις εικόνες του εφιάλτη θέλει να διώξει. Τον πόνο που ακόμα και τώρα, κάποιες αδέσποτες στιγμές, ολοζώντανος στρογγυλοκάθεται μέσα της. Τα νύχια μπήγει στη σάρκα. Στην ψυχή της τη ρακένδυτη καινούργια φτερά φοράει.

Δεν κρυώνει πια. Δεν κρυώνει. Τώρα τα νύχια της, νύχια πουλιού. Τώρα τα μάτια της, γάλα και μέλι.
— Ακούς μαμά; Δεν τρέμω πια. Δεν πονώ πια. Τώρα πια δε λυγίζω. Τ' ακούς μαμά; Ακούς; Χέρια πόδια σπασμένα, μα καινούργια φτερά. Καινούργια φτερά τώρα μαμά.

Όχι. Τώρα πια δεν κρυώνω. Μαμά.









Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Ένα τεράστιο τίποτα



Καθόμουν επί ώρες ακίνητη παρατηρώντας μετά σπουδής ένα πυκνό συλλαλητήριο σκιών, τυφλά καθοδηγούμενο από κήρυκα διαπρύσιο που σε γλώσσα αήθη θριαμβευτικά τους μιλούσε, εκτοπίζοντας από μέσα τους κάθε πιθανή ικμάδα φωτός.

"Χρειάζεσαι κάτι;" με φωνή πενιχρή μία από τις σκιές με ρώτησε. 

"Όχι, ευχαριστώ. Δεν χρειάζομαι τίποτα.", της απάντησα, κρύβοντας επιμελώς το τεράστιο του τίποτα κενό που λίγο-λίγο, ύπουλα κι αδηφάγα, με κατάπινε.