Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Κατανομή





Τις ώρες τις σκοτεινές διαμελίζομαι
τα κομμάτια μου ακατάσχετα σκορπώ
στα τραγικά δωμάτια τ’ ανέμου
ένα-ένα τα μαζεύω πάλι τα συναρμολογώ
μ’ αγάπη το κάθε ψαύοντας κομμάτι

τις ώρες τις υπόλοιπες
αλόγιστα ερημώνω






Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Κάτι από πάνω του τού έλειπε



Σίγουρος δεν ήταν. Ένιωθε, όμως, πως κάτι από πάνω του τού έλειπε. Κάμποσα απ’ τα ρούχα του έβγαλε, το σώμα άρχισε να ψηλαφίζει, το δέρμα, τα δάχτυλά του, το κεφάλι, τα πρησμένα γόνατα. Τις παλιές ουλές, π’ ούτε θυμόταν πια από τι είχαν μείνει, άγγιζε μία-μία. Με κόρες διαστελλόμενες, μ’ επιθέσεις απανωτές κινήσεις άξεστες άνοιγε ντουλάπια, συρτάρια κλειδωμένα, βαλί­τσες-αποκαΐδια από μέρες ζεστές, κι από τότε που άλλαζε τραίνα, σταθμούς, ταξίδια. Αγωνίας κλωστές κρέμο­νται από το μέτωπο. Στην τυφλή του ανίχνευση γεύσεις στυφές το στόμα γέμιζαν, τα χέρια έτρεμαν τρεμούλιαζαν τα, από λιμνασμένο αίμα, πόδια. Έπιανε ό,τι μπροστά του βρίσκονταν. Στάχτες, ομίχλες, χώμα, κόκαλα˙ ρούχα σαπισμένα. Ύστερα όλα τα ‘κλεινε. Έπειτα, πάλι άρχιζε μανιωδώς κι απ’ την αρχή να ψάχνει.

Δε βρήκε τι. Κι όμως! Ήτανε σίγουρος πως. Απόλυτα βέβαιος ότι. Έκλεισε παράθυρα και πόρτα κι έτσι μισό­γυμνος βγήκε στο δρόμο κι άρχισε έξω να ψάχνει, στων κυνών την πόλη, ψαχούλεψε˙ το ‘ξερε:

μετά μανίας κάτι από πάνω του τού έλειπε!









Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Λεπτομέρειες ασήμαντες ημέρας βροχερής




Στα παράθυρα έπεφτε δυνατά η βροχή που έτρεχε ώς κάτω˙ το σπίτι σχεδόν κρύο.
Ήταν γυμνή, απροστάτευτη, αιμάσσουσα. Τα μαλλιά ακόμα βρεγμένα, δεν είχε πολλή ώρα που βγήκε απ’ το μπάνιο. Τα δάχτυλά της τρομαγμένα πέρασαν πάνω απ’ το στήθος της, στους επιδέσμους που σκέπαζαν κι έσφιγγαν τη μεγάλη από νυστέρι ουλή. Ζούσε με παλιά, φτιαχτά όνειρα, φοβισμένη ζούσε πρόχειρα.
Η πόρτα άνοιξε, δε γύρισε να κοιτάξει ποιος, βήματα στο πάτωμα την πλησίασαν, δύο χέρια από τη μέση την έπιασαν, τη στριφογύρισαν στον αέρα, δυο μάτια εμπύρετα την κοίταζαν, προσπάθησε να ελευθερωθεί, ν’ αρνηθεί τη ζωή της προσπάθησε.
‒ Δεν είναι η γυναίκα μου πανέμορφη;
Γέλασε απελπισμένα κι όμορφα, τα μάτια έκλεισε, έτσι δεν υπήρχαν πια παράθυρα κλαμένα, καμία ουλή, επίδεσμος καν ένας παρά μονάχα δύο μάτια εμπύρετα, δυο χέρια που απ’ τη μέση ανυπόμονα την έπιαναν και στον αέρα τη χορεύαν, πούπουλο.
Η βροχή έξω σταμάτησε, τα παράθυρα το τραγούδι άρχισαν, ζεστάθηκε το σπίτι όλο. Ενώ.
Εύσαρκον ποίημα τύλιξες˙ κάτι σαν ένδον φως.






Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Χρόνος




Ακράγγιζα τα χείλη σου
γέμιζε το δωμάτιο άρωμα γιασεμιού

τώρα ημέρες σκίζω αναμονές
σφυρί ο χρόνος και καρφώνει

η παλιά πολυθρόνα στο σαλόνι 
στέκεται νεκρή και άδεια
πάντα εκεί
πάντα άδεια
πατώντας με τα σπασμένα πόδια της
πάνω στην καρδιά μου