Καλή
χρονιά ευχήθηκε
στο σαλόνι
την κουζίνα
το δωμάτιο
φωνή ευχή
καμιά
υπήρξε για λίγο είπανε
ξοδεύτηκε νωρίς
έπειτα
τα ρούχα της μοιράστηκαν
αφόρετα και άδεια
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026
Ρούχα άδεια
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025
Η άγνωστη
Συχνά μένω ξάγρυπνη τις νύχτες
να θυμηθώ προσπαθώντας ποια είμαι
ποια είναι αυτή με τα ρούχα τα μαύρα
που τρώει το ψωμί και το νερό μου πίνει
που τριγυρνά στο σαλόνι μου άσκοπα
που στο κρεβάτι μου ακάλεστη κοιμάται
πολύ μ’ ενοχλεί αυτή η άγνωστη
που διαρκώς τα έπιπλα αλλάζει
που τα κάδρα ξεκρεμάει απ’ τους τοίχους
που τεντώνει και κουνάει τα χέρια της
τα χέρια της που τα πάντα αγγίζουν
που χτίζουν γκρεμίζουν και λησμονούν
κρατώντας ένα κλειδί μικρό και μονάκριβο
που κλειδώνει κι αφήνει τη σκόνη απέξω
τα ψίχουλα αφήνει απ’ το χαλάκι κάτω
μιας πόρτας κλειστής σχεδόν σφραγισμένης
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025
Η άγνωστος
Κεφάλι σκυμμένο
ανέκφραστο πρόσωπο ωχρό
κύκλοι μαύροι από τα μάτια κάτω
κουρασμένο σώμα κυρτό
ούτε φωνή ούτε ακρόαση
προ πολλού χαμένες ήταν
κοιτάχτηκε στου δωματίου τον καθρέφτη
αυτή η άγνωστος ποια είναι
μ' αγωνία αναρωτήθηκε
απέστρεψε το βλέμμα φοβισμένη
η γνωριμία μαζί της
την τρόμαξε πολύ
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
Θεόγυμνη μ’ αγάπησα
Στο σκοτάδι βουλιάζουν οι λέξεις. Λέξεις ετερόκλητες σε διεκδίκησης πόλεμο
αδηφάγο. Νύχτα αταλάντευτη. Είτε ψιλοβρόχι, είτε κρύο τσουχτερό αβέβαιες οι
κατευθύνσεις. Πόνος. Ζωή σ’ αναστολή. Πόθοι επιτακτικοί σ’ εγρήγορση. Χρόνος.
Ετερόκλητες λέξεις σ’ αγωνία. Ο χρόνος κυλά. Ο χρόνος ερημώνει. Ο χρόνος άρχει.
Αγαπώ σ’ ένα χρόνο που παγίδα είναι. Κυλάει αναπότρεπτα σ’ ένα σύμπαν-ρολόι.
Κοιτώ τα χέρια μου κι έτσι άδεια δεν τ’ αναγνωρίζω. Έτσι άδεια τα χέρια μου
αγάπησα.
Μωρό. Δόντια. Φίδι. Χρόνος φίδι. Σε κρύους κι ανεμοδαρμένους τόπους ούτε
σπίτια-φωλιές, ούτε ρούχα κατάσαρκα. Μεταξύ εισπνοής κι εκπνοής, ζωή
καπνομίχλη. Εκεί. Στη δική μου τη γη, του πυρός την παγωμένη.
Έτσι γυμνή, θεόγυμνη μ’ αγάπησα.




