Χρόνια μήνες ώρες ανιχνεύονται
σε δέρμα αλαβάστρινο
παλιές αμαρτίες θρηνούν
σε λυπημένα χαμόγελα
σε λερωμένα από γράσο χείλη
καλύτερα απόψε να τολμούσα λίγο αίμα
παρά να μαζεύω ένα τέτοιο τίποτα
καλύτερα ν’ αντάμωνα αιμορραγούσα νύχτα
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
Ανιχνεύσεις
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Άρωμα λιβανιού
Από φαντάσματα διαποτισμένη κάθε του δωματίου σπιθαμή. Φωνές νεκρικές της μιλούσαν. Καθηλωμένη την κράταγαν χέρια σκελετωμένα.
Άνεμος άγριος βίαια τις κουρτίνες
ξέσκιζε — κι ας ήταν το παράθυρο κλειστό. Γέρικο ταβάνι σκυθρωπό έπεφτε στο
στήθος και την πλάκωνε. Δέντρα πορφυρά φύτρωσαν στις καρδιάς το μέρος.
Την
έπνιγε λιβανιού άρωμα. Βαρύ κι ασήκωτο.
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026
Χωρίς εσένα
Οι ώρες που έλαμνε. Μεσ' τις
κεχριμπαρένιες λίμνες των ματιών του. Μέσα σε πεδιάδες γαλαζοπράσινες, σε φωτός
καταρράχτες. Ή σ' εκείνες που σύννεφα δαμασκηνιά έσβηναν τις φωτιές τους.
Άχνισμα ζωής. Στους εκκολαπτόμενους μικρούς βολβούς. Στου σούρουπου τα δέντρα με τις μπλε σκιές. Στου γυρισμού τις ιερές πράξεις. Άλλωστε, όλη η ομορφιά στην πτώση βρίσκεται.
Οι ώρες που η άβυσσος την κατάπινε. Σε θάλασσα ζοφερή, σε γη καταχθόνια. Θεότητα να τη σώσει καμιά. Ανάσες τρομαγμένες κι επώδυνες. Καθημαγμένη σάρκα γυμνή. Από υφάλους σκισμένη. Από πληγών κι εγκαυμάτων έξαρση. Σε μέρες απειλητικές κίνδυνος υψηλός, θανάτου αναλογία.
Ώρες απουσίας. Μαύρες παγίδες ιστών. Μαύρου αγέρα πατήματα. Το πρόσωπο του έρωτα. Το πρόσωπο του θανάτου.
Οι ώρες. Τα χρόνια. Το δωμάτιο.
Χωρίς εσένα, ψιθύρισε, χειρουργείου σιωπή.
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026
Στου φθινόπωρου την ηλικία
Γνωρίστηκαν μεσήλικες και βάλε. Εκεί που πρώτα μονάχα
πόθος, τώρα, στου φθινόπωρου την ηλικία, αναστολές και φόβος. Τύραννος φόβος.
Χαλάρωσε η σάρκα. Το στήθος έπεσε. Κρέμονται τα
μπράτσα. Φούσκωσε η κοιλιά. Εμμηνόπαυση από χρόνια. Τοπίο στεγνό δίχως άνθη, το
κάποτε ένυδρο. Πώς να γδυθώ μπροστά του; Ω πόση απογοήτευση θα νιώσει!
Οι μυς χάθηκαν. Ήρθε το λίπος. Παχαίνω. Χάνω μαλλιά.
Δυνάμεις χάνω. Έκανα κοιλιά. Σημείο επίμαχο σε σμίκρυνση. Λειτουργία
μετριοπαθής. Γερνάω. Κι αν δεν… Ω τι ντροπή!
Τον είχε ανάγκη. Την είχε ανάγκη.
Της ψυχής τους τις ρίζες πλέξανε. Σε σεντόνια λευκά.
Τ’ άλλα όλα, λεπτομέρειες. Ανούσιες κι ασήμαντες.
Ποτέ ξανά δεν είχαν κάνει έρωτα ομορφότερο!



