Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Επιτύμβια στήλη






‡     εδώ κείτεται νεκρή από μια σφαίρα στον κρόταφο - από μια βολή χαριστική

                                                                                    μια πατρίδα όμορφη, μια χούφτα παράδεισος
                                                                     







27 σχόλια :

  1. Εγώ επιμένω να την βλέπω ζωντανή
    αν και λίγο σπαρασσόμενη και δακρυσμένη
    φιλί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μακάρι να έχεις δίκιο, Ελένη μου
      μακάρι να μην είναι έτσι όπως εγώ τη βλέπω....

      φιλί

      Διαγραφή
  2. .... :(

    θα αναγγενηθουμε θελω να πιστευω! θα αναγγενηθουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "...αυτήνη η πατρίδα δε λευτερώθη με παραμύθια, λευτερώθη με άρματα και θυσίες..." είπε ο Γιάννης Μακρυγιάννης, Κικάκι μου, και εγώ θα συμφωνήσω μαζί του...

      Διαγραφή
  3. η πατρίδα συνεχίζει να είναι όμορφη και ζωντανή μια χούφτα παράδεισος...
    εμείς πρέπει να αναστηθούμε...
    καλό μεσημέρι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χωρίς εμάς αναστημένους, πως να παραμείνει εκείνη ζωντανή, ε;

      Διαγραφή
  4. Απορια:

    Που πηγαινει ο παραδεισος οταν πεθαινει?

    χμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμ...........................

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η πατρίδα είμαστε εμείς!
    Άρα ένας δρόμος μας μένει...η ανάνηψη! Δεν ξέρω πώς , αλλά κάτι πρέπει να γίνει!
    Τα φιλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. σωστά, χαρά μου. τρόποι υπάρχουν μα βλέπεις εσύ θέληση; ή μόνο εγώ βλέπω την παρτίδα χαμένη και τους "παίχτες" στο λήθαργό τους;

      Διαγραφή
  6. Βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας! Όπως στρώνεις κοιμάσαι κλπ παροιμίες, μια-μια γραμμένες στα....."μέτρα" μας...(αυτά που μας πήραν πριν μας τοποθετήσουν εν τόπω -ούτε καν- χλοερό!..... Γλυκά φιλάκια καλό βραδάκι βοήθεια μας.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. θ' αφήσουμε, γ@μώτο, αυτόν τον κόσμο ακριβώς έτσι όπως τον βρήκαμε; ανόητο, άδικο, κακό, ξεπουλημένο;

      φιλάκια, Πετράκι μου

      Διαγραφή
  7. Μοναδική ανάρτηση που μετουσιώνει τη σιωπή σε ηθικό χρέος.

    Γιάννης Πολιτόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αν όχι χρέος δικό μας, για το σήμερα - για το αύριο, τότε ποιου;

      Διαγραφή
  8. Και ήταν τόσο νέα και τόσο άπειρη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Έχει αποδείξει ότι ξαναγεννιέται απ' τις στάχτες της!
    Οψόμεθα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ας όψονται οι δολοφόνοι της...
      είθε μέσα στις στάχτες της κάποια μικρή φλογίτσα, έστω και τώρα την ύστατη στιγμή, να έχει μείνει....

      Διαγραφή
  10. Ο βαρκάρης, επιστρέφοντας, μόλις είχε ξεφορτώσει στην άλλη όχθη μερικές ψυχές, είδε από μακρυά έναν γέροντα κουρελή να πλατσουρίζει με τα γυμνά πόδια του στα ρηχά του ποταμού, άλλος ένας παλαβός σκέφτηκε και συνέχισε το κουπί να φτάσει, να τον φορτώσει, και το ναύλο να καρπωθεί, τι σαν είναι κουζουλός, ο οβολός πάντα ίδιος είναι, με το που βγήκε η βάρκα στα ξερά πήδηξε έξω κι έγνεψε τον κουζουλό για να σιμώσει, εκείνος ήρθε με σκυφτό το κεφάλι, τι θες μωρέ συ εδώ τον αρωτάει ο βαρκάρης, για σήκωσε το κεφάλι σου για να σε ειδώ, εσύ έχεις το χρώμα σου, δεν μου μοιάζεις για πεθαμένος, "να περάσω απέναντι" του αποκρίνεται ο γέροντας, είσαι με τα καλά σου άνθρωπε μου, φύγε από δω και άσεμε να κάμω τη δουλειά μου, "δεν φεύγω αν δεν με περάσεις απέναντι" του ξαναπαντάει ο γέροντας και σταυρώνει τα χέρια του μπροστά στο στήθος, σαν να του λέει, εδώ θα κάτσω μέχρι να με περάσεις, τον ακοιτάει από πάνω ως κάτω ο βαρκάρης κι ύστερα του αποκρίνεται, άκου να σου πω, και να σε πάω απέναντι δεν μπορείς να μπεις μέσα, δεν είναι τόπος για σένα εκεί, τι δουλειά έχεις εσύ εκεί, "εσένα να μην σε νοιάζει" του απαντάει ο γέροντας,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. "πήγαινε με και άσε τις πολλές κουβέντες", ούτε να το σκέφτεσαι, δεν είναι δική μου δουλειά αυτή, "ποια είναι δική σου δουλειά" τον αρωτάει πάλις ο γέροντας, να περνάω τις ψυχές απέναντι μα όχι και τους ζωντανούς, "σαν είναι έτσι, του λέει ο γέροντας, να" και βάζει το χέρι του στην τσέπη και βγάζει ένα μακρύ μαχαίρι και το απλώνει προς το βαρκάρη, "πάρε αυτό και μπήξτο εδώ στο στήθος μου", τρελός είσαι άνθρωπε μου, θες να χάσω τη δουλειά μου, "ε, τότες κάνε αυτό που σου λέω" ξαναλέει ο γέροντας και πηδάει μέσα στη βάρκα, δεν ξεμπερδεύω με τούτον εδώ τον παλαβό σκέφτηκε ο βαρκάρης και πηδάει κι αυτός στη βάρκα, πες μου πρώτα το όνομα σου τον αρωτάει, γιατί τέτοια επιμονή σε ζωντανό να περάσει απέναντι είχε πολλά πολλά χρόνια να ξαναειδεί, μην είναι κάποιος μεγάλος και τρανός σκέφτηκε, "ούτε όνομα θα σου πω ούτε τίποτες άλλο", του λέει ο γέροντας, "γι' αυτό κάμε γρήγορα", ο βαρκάρης δίσταζε ακόμα, φοβόταν το θυμό του Αιακού, άρπαξε το κουπί ο γέροντας, "άμα φοβάσαι πέσε κάτω να μην φαίνεσαι και άσε σε μένα το κουπί", του λέει, κι άρχισε να σπρώχνει με το κουπί να ξεκολλήσει η βάρκα απ' τα ξερά, στάσου, τον προλαβαίνει ο βαρκάρης, πρώτα θα με πληρώσεις,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. "κι αν δεν σε πληρώσω", ούτε να το σκέφτεσαι, την πάτησα μια φορά, δέφτερη δεν την ξαναπατάω, θα γυρίσω τη βάρκα ανάποδα και θα βρεθείς στο νερό κι από κει όπου σε βγάλει, "αν είναι έτσι να σε πληρώσω, μα σαν θα με φέρεις πίσω, γιατί δεν θα κάτσω εκεί, θα μου γυρίσεις τον οβολό", του λέει ο γέροντας και ο βαρκάρης τον ακοιτάει σύξυλος, "άλλωστε, εσύ δεν θα κάμεις τίποτε, εγώ θα τραβήξω το κουπί", σε λίγο η βάρκα έπιασε απέναντι κι ο γέροντας πήδηξε έξω, γυρνάει στο βαρκάρη και του λέει, "μείνε εδώ, για να με πας πίσω, δεν θ' αργήσω" και με δυο τρεις δρασκελιές χάνεται μέσα στα δέντρα μέχρι που φτάνει σε μια σιδερόπορτα κλειδαμπαρωμένη, στέκεται μπροστά της και με όλη του τη δύναμη φωνάζει ξανά και ξανά το όνομα του Αιακού, ώσπου, κάποια στιγμή, ακούγεται ένας τσιριχτός μεταλλικός ήχος και η πόρτα αρχίζει σιγά σιγά ν' ανοίγει, και στο άνοιγμα στέκει ο Αιακός, αδέκαστος κριτής, και τον αρωτάει, τι ψάχνεις άνθρωπε μου σε τούτο δω το μέρος, κι ο γέροντας του αποκρίνεται, "την πατρίδα μου ψάχνω, την πολυαγαπημένη", αν ψάχνεις την πατρίδα σου σε λάθος μέρος ήρθες του αποκρίνεται ο Αιακός,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. οι πατρίδες σαν πεθαίνουν δεν έρχονται εδώ κάτω, "και που πάνε, γιατί την έχασα και δεν ξέρω που να την βρω" του λέει ο γέροντας, οι πατρίδες σαν πεθαίνουν μένουν στην ιστορία, αλλά πες μου άνθρωπε μου πως την λένε την πατρίδα σου, "Ελλάδα" αποκρίνεται με περηφάνια ο γέροντας, και ο Αιακός, στέκεται για ώρα αμίλητος, κι ύστερα του αποκρίνεται, η πατρίδα σου ήταν εφτάψυχη, μα όλα αυτά τα χρόνια απ΄όσους κατέβηκαν εδώ έμαθα πως ξόδεψε τις έξι απ' τις ψυχές της, αυτό που μου λες είναι σοβαρό, πρέπει να κατέβω κάτω να ανακοινώσω το μαντάτο, μόνο κοίτα μην μου λες ψέματα γιατί όταν θα 'ρθει η ώρα σου να περάσεις αυτήν την πόρτα, να ξέρεις πως η τιμωρία σου θα είναι σκληρή, "εγώ ένα ξέρω κι αυτό σου λέω, η πατρίδα μου χάθηκε και δεν μπορώ να την βρω", του απαντάει ο γέροντας, και ο Αιακός που δεν θέλει να πιστέψει σ' αυτό το μαύρο το μαντάτο, του λέει, πήγαινε και ψάξε καλά, αν τη βρεις κάνε αυτό που πρέπει, αν δεν το κάνεις εσύ δεν θα μπορέσει να το κάνει κανένας άλλος, μα αν δεν την βρεις, τότε θα ξανάρθεις, δίχως άλλο, για να μείνεις και τότε θα μου πεις, γιατί θα πρέπει να το ανακοινώσω σ' όσους σκέπασε το χώμα της και τώρα βρίσκονται εδώ κάτω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ιστορία ανατριχιαστική, που φέρνει δάκρυα στα μάτια... τη διάβασα και την ξαναδιάβασα... και κάθε φορά η συγκίνηση δε λιγόστευε...
      τούτη την περηφάνια του γέροντα, αναζητώ και σε μας... και δυστυχώς δεν την βλέπω...

      σ' ευχαριστώ πάρα πολύ που μου την έμαθες, αλλά και για τον κόπο που έκανες για να την γράψεις!

      Διαγραφή
  14. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
    εκεί που πάει να σκύψει
    με το σουγιά στο κόκκαλο
    με το λουρί στο σβέρκο

    Νάτη πετιέται απο ξαρχής
    κι αντριεύει και θεριεύει
    και καμακώνει το θεριό
    με το καμάκι του ήλιου...

    ...έγραφε ο Ρίτσος. Γι' αυτό σου λέω... Μην φοβάσαι... Όλα καλά θα πάνε!

    ΥΓ. Πως με βρίσκεις; Πείθω με τα παραπάνω; Πείθω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αχ βρε καλό μου. πως να μου πάει η καρδιά να σου πω όχι;

      Διαγραφή