Αμέριμνος κολυμπούσε
ξαφνικά ολόκληρος χάθηκε
μονάχα το ένα του χέρι για λίγο
στην επιφάνεια σπαρτάρισε
ως ψάρι έξω απ’ το νερό
μονάχα για λίγο
πέρα-δώθε το χέρι
κανείς τους σημασία δεν έδωσε
άρχισε πάλι τα καμώματά του
οι φίλοι γελώντας είπανε
ήμουν πιο βαθιά απ’ όσο νομίζατε
τους ψιθύρισε αργότερα ο νεκρός
βοήθεια καλούσα
όλοι τους απ’ την ακτή τον κοίταζαν
κανείς τους σημασία δεν έδωσε
κανείς τους δε σκέφτηκε
τη διπλή των πραγμάτων όψη
