Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Πεθαίνεις αθόρυβα






Πεθαίνεις αθόρυβα. σαν σε γκρίζα ρούχα. σαν σε γκρίζους τοίχους. σαν σε κάγκελα φυλακής που με θόρυβο κλείνουν. κάγκελα. φωνές ουρλιαχτά ξεσκίζουν τα τύμπανα. ο φύλακας διώκτης με σάπια δόντια: ξεγυμνώσου. χωρίς αξιοπρέπεια. ξεγυμνώσου. ο διευθυντής δήμιος με ύφος σκύλου λυσσασμένου: δεν θέλω ζωή εδώ μέσα. δε θέλω του αύριο το φως. λένε. ξεσκίζουν. κλέβουν ζωές.

πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένα μυαλό σε δέκατα δευτερολέπτου; πόσες αυτοχειρίες μπορεί να καταφέρει η σκέψη; αυτοδικίες πόσες; μαστίγιο η κάθε λέξη. η κάθε λέξη αίμα. κάθε πράξη. κάθε ουρλιαχτό. κάθε δάκρυ. σημάδια έχει. του παρελθόντος. τότε που ζωή, ζωή. σημάδια φλεγόμενα. τα θέρισες. διασχίζοντας τα νεφελώδη ύψη. σπορά στους μαύρους ίσκιους. ή στο ματωμένο από δόξα ήλιο. πεισμώνοντας. ριγώντας. τα θέρισες. αποχρώσεις δεν έχει πιο αδρές. πιο διαυγέστερες. από τους τόπους. της ταφής τους τόπους. σταυρωτά πίσω στις πλάτες. οι γροθιές μας. κι ο ανελέητος της ελπίδας πόθος.

πεθαίνεις αθόρυβα. κάτω απ' τις εύμορφες σκιές του λιβαδιού. τώρα που έγινες σπασμένη κλωστή κι ανήμπορα έμεινες να αιωρείσαι. γνέφοντας τ' ανέμου. πίσω να φέρει τόπια και κούκλες και πεντόβολα και γόνατα γδαρμένα. από παιχνίδι και τρέλα. γδαρμένα. όνειρα. να φέρει πίσω τα όνειρα. αίμα. της αγάπης του ψωμιού της δουλειάς του αγώνα. να φέρει πίσω το αίμα. πίσω. τα όνειρα. το αίμα. πίσω.

θ’ αναστηθούμε, σκέφτεσαι. εκεί. όπου. πέτρα άνεμος και χρόνος. εκεί. που τόπος τ' ανθρώπου είναι. στης γης το πολύχρωμο. στη χώρα του καθαρού φωτός. εκεί που η νύχτα ολοφώτιστη είναι. ολοφώτιστη. σαν τις ατέλειωτες σιωπές των εραστών. π' αγκαλιάζονται μ' απόγνωση. σφιχτά. το θάνατο με έρωτα ξορκίζοντας.